Ένα πρωινό Δευτέρας, τα χρώματα εξαφανίστηκαν. Λείπαν από την προηγούμενη, αλλά μου είπαν να μην ανησυχήσω αν δεν περάσει εικοσιτετράωρο. Το πρωί δεν είχαν επιστρέψει.
Κι όχι μόνο τα χρώματα. Κι οι επιλογές μου.
Τα παιδιά μου, τις λέξεις μου, να μην μπορώ να τα μετακινήσω, να τα πάω βόλτα λίγο πιο κεντρικά, να τ’ αφήσω ν’ απλωθούν και να γεμίσουνε το χώρο;
Τα έψαξα, έβαλα τις φωνές, κάλεσα τη Νικολούλη. Τίποτα.
Έτσι ξεκίνησε η μετακόμιση…
ΕΔΩ
