Friday, July 27, 2007
Wednesday, July 25, 2007
Tuesday, July 24, 2007
Έτσι. Ξαφνικά.
Ένα πρωινό Δευτέρας, τα χρώματα εξαφανίστηκαν. Λείπαν από την προηγούμενη, αλλά μου είπαν να μην ανησυχήσω αν δεν περάσει εικοσιτετράωρο. Το πρωί δεν είχαν επιστρέψει.
Κι όχι μόνο τα χρώματα. Κι οι επιλογές μου.
Τα παιδιά μου, τις λέξεις μου, να μην μπορώ να τα μετακινήσω, να τα πάω βόλτα λίγο πιο κεντρικά, να τ’ αφήσω ν’ απλωθούν και να γεμίσουνε το χώρο;
Τα έψαξα, έβαλα τις φωνές, κάλεσα τη Νικολούλη. Τίποτα.
Έτσι ξεκίνησε η μετακόμιση…
ΕΔΩ
Ένα πρωινό Δευτέρας, τα χρώματα εξαφανίστηκαν. Λείπαν από την προηγούμενη, αλλά μου είπαν να μην ανησυχήσω αν δεν περάσει εικοσιτετράωρο. Το πρωί δεν είχαν επιστρέψει.
Κι όχι μόνο τα χρώματα. Κι οι επιλογές μου.
Τα παιδιά μου, τις λέξεις μου, να μην μπορώ να τα μετακινήσω, να τα πάω βόλτα λίγο πιο κεντρικά, να τ’ αφήσω ν’ απλωθούν και να γεμίσουνε το χώρο;
Τα έψαξα, έβαλα τις φωνές, κάλεσα τη Νικολούλη. Τίποτα.
Έτσι ξεκίνησε η μετακόμιση…
ΕΔΩ

Monday, July 23, 2007

Πάρτυ γεννεθλίων:
Έχουμε ήδη μαζευτεί, εξαντλήσει τα θέματα της επικαιρότητας, έχουμε πει τις βλακείες και τις εξυπνάδες μας και φτάνει η στιγμή να κάτσουμε στο τραπέζι. Παραδοσιακά, όχι μπουφές κι ο καθείς μ’ ένα πιάτο στο χέρι. Δυο τραπέζια έχουν ενωθεί για να χωρέσουμε, η κατάσταση θυμίζει λίγο γάμο, αλλά τέλος πάντων.
Και ξεκινάω από το τιμώμενο πρόσωπο, τον εορτάζοντα, ας τον πούμε Στέλιο, και προχωράω εκ δεξιών. Δίπλα του ακριβώς ο φίλος του, ο Αποστόλης, με τον οποίο παίζουν που και που τα Σαββατοκύριακα. Κιθάρα ο πρώτος, μπουζούκι και μπαγλαμά ο δεύτερος. Βεβαίως… το πρόγραμμα είχε και ζωντανή μουσική, αλλά παρακάτω. Αφού φάγαμε πρώτα και καρδαμώσαμε. Συνεχίζω, τηρώντας σειρά καρέκλας, με την κοπέλα του Αποστόλη, την αφεντιά μου, την αδελφή του Στέλιου, εννέα συναδέλφους του (εδώ στρίβουμε τη γωνία-κορυφή των τραπεζιών και περνάμε στην απέναντι παράταξη), την ξαδέλφη του, την γιαγιά, τον παππού, την μαμά, τον μπαμπά και την κοπέλα του τιμωμένου προσώπου.
Τα φαγητά υπέροχα, η ατμόσφαιρα γελαδερή, ο παππούς με πέρασε για κάποια άλλη, ξανασυστηθήκαμε, ψυχικά τραύματα δεν μου άφησε, όλα καλά. Στο απόγειο του καρδαμώματος, κανείς δεν κατάλαβε από που ήρθε η τούρτα γιατί πριν δεν υπήρχε τούρτα στο ψυγείο. Δεν μας εμπόδισε αυτό να την τσακίσουμε. Τσακίσαμε και τα κανταΐφια. Αυτά ξέραμε πως υπήρχαν.
Φτάνει επιτέλους η στιγμή που οι μουσικοί της παρέας πιάνουν τα όργανά τους κι ο μπαμπάς το τραγούδι -πρώτη του συνεργασία μαζί τους- και το κέφι τραβάει την ανηφόρα. Η μαμά κι η μέλλουσα σύζυγος πηγαινοέρχονται συνεχώς, οι υπόλοιποι τραγουδάμε, χορεύουμε, αλλάζουμε θέσεις, σχολιάζουμε, γελάμε, ζητάμε τραγούδια, χειροκροτάμε κλπ. κλπ.
Με την κάθε ευκαιρία κάνει το σχολιάκι του ο μπαμπάς: “Άπαιχτος…”, “Για δες βρε τι κάνει…”, πάντα για τον Αποστόλη, τον φίλο του Στέλιου και ούτε μια φορά για τον ίδιο του το γιο. Ο παππούς μπαίνει κι αυτός στο παιχνίδι -φωνάρα, οφείλω να το παραδεχτώ- και κάπου εκεί ξεκινάνε κι οι κόντρες μεταξύ παππού-μπαμπά για το ποιος δεν έπιασε τον τόνο, ποιο θα είναι το επόμενο τραγούδι, το αν δέχονται παραγγελιές ή όχι κ.α.
Αρχίζω πλέον να καταλαβαίνω περισσότερα πράγματα για το μόνιμο στρεσάρισμα της μαμάς που έφυγε από τον έναν κυρίαρχο -δεν σηκώνω αντίρρηση- άντρα για να βρει έναν πανομοιότυπο, καταλαβαίνω την ένταση του Στέλιου που έχει να κάνει μ’ έναν πατέρα που σκορπίζει απλόχερα απόρριψη και ακόμα και στην “δική του ημέρα”, ψάχνει να βρει κάποιον άλλο να του πλέξει το εγκώμιο για να μην γίνει άμεσα απορριπτικός όπως τον υπόλοιπο καιρό, τη μέλλουσα που τρέχει πανικόβλητη, μιμούμενη τη μαμά, για να κερδίσει μια θέση που έτσι κι αλλιώς την έχει κερδίσει και όχι γιατί τρέχει πανικόβλητη, σκέφτομαι πόσο περίπλοκα καταφέρνουμε να κάνουμε ακόμα και τα πιο απλά πράγματα κι εκνευρίζομαι. Όχι δεν σταμάτησα να περνάω καλά, ούτ’ έγινε κάτι σημαντικό. Μάλλον εισέπραξα ένα κομμάτι της έντασης που πλανιόταν στον αέρα και το αισθάνθηκα σαν μια μικρή μουτζούρα πάνω σ’ έναν υπέροχο πίνακα.
Ήταν όμως τόσο εύκολο να μην υπάρχει…
Friday, July 20, 2007
αναφορά στο χτες
Paul Klee

Μια πολύ γεμάτη μέρα κλείνει με μια νύχτα που μοιάζει ατελείωτη. Γραφειοκρατικές υποχρεώσεις για το κλείσιμο κάποιων μετέωρων εδώ και καιρό εκκρεμοτήτων με οδήγησαν στην γειτονιά που διάνυσα τα πρώτα χρόνια της πορείας μου στον πλανήτη. Εννιά χρόνια απουσίας δεν είναι λίγα, ούτε και πολλά. Δεν μπορώ όμως να χωνέψω ότι μετά από εννιά μόνο χρόνια τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο. Τίποτα απ’ όλα τα γνώριμα δεν ήταν στη θέση του. Μόνο το Δημαρχείο κι αυτό λες και αποτελούσε την εξαίρεση που ερχόταν να επιβεβαιώσει τον προηγούμενο κανόνα. Οι γνώριμες καθημερινές φιγούρες απουσίαζαν επιδεικτικά. Η γωνιακή χασαποταβέρνα τώρα ήταν καφέ-κρεπερί και το απέναντι καφενείο με τα πράσινα τραπέζια τσόχας, τράπεζα. Και παραδίπλα, εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται το μπακάλικο με τα Κρητικά προϊόντα, άλλη τράπεζα. Στο σημείο που ήταν άλλοτε το ψιλικατζίδικο του μπαρμπα-Μήτσου, είχε ανοίξει πρατήριο άρτου (ούτε καν φούρνος) ή μήπως το ψιλικατζίδικο ήταν εκεί που τώρα είναι η Vodafone; Στο καφενείο του Νίκου με τους υπέροχους μεζέδες της κυρα-Ντίνας σήμερα είναι τα γραφεία κάποιας εταιρείας και στο Τουριστικό γραφείο που νοικιάζαμε τα πούλμαν για τις σχολικές εκδρομές και διοργάνωνε και τα “καλοκαιρινά μπάνια”, κι εκεί πάλι τράπεζα.
Όπως φαίνεται όλα συνεχίζουν να αναπτύσσονται ακόμα κι όταν εγώ απουσιάζω... Δεν είναι όμως αυτός ο τόπος που γεννήθηκα, που έζησα, που θυμάμαι. Κι ούτε θέλω να θυμάμαι το νηπιαγωγείο που μ’ έβγαλε απ’ τα στενά όρια της οικογένειας, σαν το σημερινό εμπορικό κέντρο. Από την άλλη, αν εξακολουθούσε να υπάρχει κάποιος απ’ τους δικούς μου αγαπημένους σ’ αυτή την γειτονιά ίσως και να μπορούσα να την συγχωρήσω για τις τόσες αλλαγές που την έκαναν αγνώριστη. Τώρα είναι απλά μια ξένη...
Wednesday, July 18, 2007
μικρές εξερευνήσεις
____________________________
___ Όταν χρειάστηκε να γνωρίσω τον κόσμο πέρα από τον μαντρότοιχο της αυλής μας τα πράγματα δυσκόλεψαν. Και κυρίως εξαιτίας την Μαίρης.
Η Μαίρη ήταν η κόρη της κουμπάρας κι έμενε δυο τετράγωνα απ’ το σπίτι μας, στο δρόμο για το νηπιαγωγείο. Η Μαίρη δεν μου άρεσε γιατί συνέχεια έλεγε πως είναι πιο μεγάλη από μένα και όλοι της έλεγαν να με προσέχει όταν θα πηγαίναμε μαζί στο νηπιαγωγείο. Καθόλου δεν μου άρεσε αυτό, πρώτα γιατί αυτός ο ρόλος ήταν δικός μου -εγώ ήμουν μέχρι τώρα η μεγαλύτερη- και μετά γιατί μπορούσα να τα καταφέρω μια χαρά και μόνη μου. Ποιος τους είπε ότι χρειάζομαι κάποιον να με προσέχει; Όμως όλοι επέμεναν πως πρέπει να γίνουμε φίλες γιατί μέναμε κοντά και θα πηγαίναμε μαζί σχολείο κι η ανταλλαγή επισκέψεων ήταν μάλλον αναγκαστική.
Η Μαίρη είχε κι αυτή μια μικρή αδελφή, χωρίς όμως αδελφό ανάμεσά τους κι όταν ήταν η σειρά μου να πάω στο σπίτι της θέλησε να μου την γνωρίσει.
“Πώς την λένε;”, ρώτησα.
“Λέλα” μου απάντησε, και μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθω…
Πώς μπορεί να έλεγαν έτσι ένα μωρό; Ήταν ένα σοκ για μένα η αποκάλυψη. “Λέλα” λέγανε την κομμώτρια που μας κούρευε και χτένιζε την μητέρα για τις γιορτές. Κάθε φορά που είχε κλείσει ραντεβού για κούρεμα ανακοίνωνε: “Θα πάμε στη Λέλα το απόγευμα.” Επιστρατεύοντας όλη μου την εμπειρία μου ήταν αδύνατο να καταλάβω αυτό που μόλις ξεστόμισε η Μαίρη… Εμένα κάθε τόσο με ρωτούσαν τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, πάντα απαντούσα, αλλά ότι μου ερχόταν κάθε φορά.
Κι είμαι και μεγάλη, ξεκινάω το σχολείο…
“Καλά και πώς ξέρετε από τώρα ότι θα γίνει κομμώτρια;”, τόλμησα να ρωτήσω κι η Μαίρη παρ’ όλο που ήταν μεγαλύτερη δεν κατάφερε ποτέ να μου εξηγήσει… Ευτυχώς που υπάρχουν οι μαμάδες και μέχρι το βράδυ το μυστήριο είχε διαλευκανθεί.
[Πραγματικό γεγονός με δανεικά ονόματα]
Η Μαίρη ήταν η κόρη της κουμπάρας κι έμενε δυο τετράγωνα απ’ το σπίτι μας, στο δρόμο για το νηπιαγωγείο. Η Μαίρη δεν μου άρεσε γιατί συνέχεια έλεγε πως είναι πιο μεγάλη από μένα και όλοι της έλεγαν να με προσέχει όταν θα πηγαίναμε μαζί στο νηπιαγωγείο. Καθόλου δεν μου άρεσε αυτό, πρώτα γιατί αυτός ο ρόλος ήταν δικός μου -εγώ ήμουν μέχρι τώρα η μεγαλύτερη- και μετά γιατί μπορούσα να τα καταφέρω μια χαρά και μόνη μου. Ποιος τους είπε ότι χρειάζομαι κάποιον να με προσέχει; Όμως όλοι επέμεναν πως πρέπει να γίνουμε φίλες γιατί μέναμε κοντά και θα πηγαίναμε μαζί σχολείο κι η ανταλλαγή επισκέψεων ήταν μάλλον αναγκαστική.
Η Μαίρη είχε κι αυτή μια μικρή αδελφή, χωρίς όμως αδελφό ανάμεσά τους κι όταν ήταν η σειρά μου να πάω στο σπίτι της θέλησε να μου την γνωρίσει.
“Πώς την λένε;”, ρώτησα.
“Λέλα” μου απάντησε, και μου πήρε μερικά δευτερόλεπτα να συνέλθω…
Πώς μπορεί να έλεγαν έτσι ένα μωρό; Ήταν ένα σοκ για μένα η αποκάλυψη. “Λέλα” λέγανε την κομμώτρια που μας κούρευε και χτένιζε την μητέρα για τις γιορτές. Κάθε φορά που είχε κλείσει ραντεβού για κούρεμα ανακοίνωνε: “Θα πάμε στη Λέλα το απόγευμα.” Επιστρατεύοντας όλη μου την εμπειρία μου ήταν αδύνατο να καταλάβω αυτό που μόλις ξεστόμισε η Μαίρη… Εμένα κάθε τόσο με ρωτούσαν τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, πάντα απαντούσα, αλλά ότι μου ερχόταν κάθε φορά.

“Καλά και πώς ξέρετε από τώρα ότι θα γίνει κομμώτρια;”, τόλμησα να ρωτήσω κι η Μαίρη παρ’ όλο που ήταν μεγαλύτερη δεν κατάφερε ποτέ να μου εξηγήσει… Ευτυχώς που υπάρχουν οι μαμάδες και μέχρι το βράδυ το μυστήριο είχε διαλευκανθεί.
[Πραγματικό γεγονός με δανεικά ονόματα]
__________________
Tuesday, July 17, 2007
Υφαντόκοσμος

Τίποτα δεν είναι σταθερό…
Οι εκστάσεις του αργαλειού διαιρούσαν την ύλη της φούγκας σε νήματα, μετά τραβούσαν τα νήματα στον αέρα και τα έδεναν…
…τα νήματα άρχισαν να τινάζονται γύρω του σαν ουράνια τόξα…
Από απόψε, θα υπήρχε μόνο ένας κόσμος και σ’ αυτόν θα ζούσαν και θα ονειρεύονταν- και η Χώρα των Θαυμάτων δεν θα απείχε ποτέ περισσότερο από ένα βήμα , περισσότερο από μια σκέψη…
Γιατί αρχή δεν υπάρχει.
Κι αυτή η ιστορία, μη έχοντας αρχή, δεν θα ’χει ούτε τέλος.
Clive Barker
“Υφαντόκοσμος”
“Υφαντόκοσμος”
___________________________________________________

Monday, July 16, 2007
Που και που τους θυμάμαι…

Μιλώντας για τους δεινόσαυρους,
ανήκουν πλέον σ' ένα μακρινό παρελθόν.
Πρόλαβαν άραγε να μας πουν πως να χαιρόμαστε τ’ απλά πράγματα,
πώς να δεχόμαστε τον πόνο σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας
πώς ν’ αντιμετωπίζουμε αυτά που η επομένη μέρα κουβαλάει,
πώς να τα πολεμάμε, πώς να τ’ αγκαλιάζουμε,
πώς ν' ακούμε τα μηνύματα που μας στέλνει το κάθε κύτταρο;
()
ανήκουν πλέον σ' ένα μακρινό παρελθόν.
Πρόλαβαν άραγε να μας πουν πως να χαιρόμαστε τ’ απλά πράγματα,
πώς να δεχόμαστε τον πόνο σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας
πώς ν’ αντιμετωπίζουμε αυτά που η επομένη μέρα κουβαλάει,
πώς να τα πολεμάμε, πώς να τ’ αγκαλιάζουμε,
πώς ν' ακούμε τα μηνύματα που μας στέλνει το κάθε κύτταρο;
()

Θυμάμαι την παγωμένη εποχή τους
την ραδιενέργεια που τους εκτόπισε,
τις μάνες που κλαίγαν για τα μικρά τους
τις κραυγές μπροστά στο επερχόμενο τέλος.
Το τέλος τους: η αρχή μιας εποχής νέας.
Δεν συναντήθηκαν ποτέ ο άνθρωπος και ο δεινόσαυρος.
Λες κι έπρεπε να εξαφανιστεί ο ένας
για να μπορέσει να υπάρξει ο άλλος.
Πόλεμος και μάχη που δινόταν χωρίς να δίνεται.
Δεν συναντήθηκαν ποτέ ο άνθρωπος και ο δεινόσαυρος.
την ραδιενέργεια που τους εκτόπισε,
τις μάνες που κλαίγαν για τα μικρά τους
τις κραυγές μπροστά στο επερχόμενο τέλος.
Το τέλος τους: η αρχή μιας εποχής νέας.
Δεν συναντήθηκαν ποτέ ο άνθρωπος και ο δεινόσαυρος.
Λες κι έπρεπε να εξαφανιστεί ο ένας
για να μπορέσει να υπάρξει ο άλλος.
Πόλεμος και μάχη που δινόταν χωρίς να δίνεται.
Δεν συναντήθηκαν ποτέ ο άνθρωπος και ο δεινόσαυρος.
_______________________________________
Που και που τους θυμάμαι…
Μ’ έμαθαν να χαίρομαι τ’ απλά πράγματα,
να τα βρίσκω με τον πόνο, να είμαι ετοιμοπόλεμη,
ν’ αγκαλιάζω τις ανατροπές της επόμενης μέρας
ν’ ακούω, ν’ αποδέχομαι, να θυμάμαι…
Μ’ έμαθαν να χαίρομαι τ’ απλά πράγματα,
να τα βρίσκω με τον πόνο, να είμαι ετοιμοπόλεμη,
ν’ αγκαλιάζω τις ανατροπές της επόμενης μέρας
ν’ ακούω, ν’ αποδέχομαι, να θυμάμαι…
___________
Sunday, July 15, 2007
Προ αμνημονεύτων...

Πηγαίνω στην Πρώτη Δημοτικού και θεωρούμαι αρκετά μεγάλη πλέον για να έχω δικό μου δωμάτιο.
Είχα κλείσει κάπου ένα εξάμηνο στην “απομόνωση” -όπως έβλεπα το πρώτο δικό μου δωμάτιο- όταν η Σοφία, μια συμμαθήτριά μου, αποφάσισε να μου εκμυστηρευτεί το μεγάλο μυστικό που ήξερε από τη γιαγιά της: Το βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, περνάει απ’ όλα τα σπίτια μια γριά κι όσα παιδιά δεν κοιμούνται τα παίρνει και δεν ξαναβλέπουν ποτέ τους γονείς τους. Και βέβαια δεν την πίστεψα. Αλλά για σιγουριά, αμέσως μόλις πήγα σπίτι ρώτησα τη μητέρα μου, η οποία και με επιβεβαίωσε λέγοντας μου ότι αυτά είναι βλακείες.
Και σιγά που θα το άφηνα έτσι. Αμέσως την επόμενη μέρα πήγα να ζητωκραυγάσω για του λόγου μου το αληθές. Η λογομαχία για το τίνος οι γονείς έχουν δίκιο κατέληξε, όπως ήταν φυσικό, στο να ζητήσουμε τη γνώμη της δασκάλας. Μπορεί να μην είναι πιστευτό σήμερα, αλλά η δασκάλα μας απάντησε πως οι γονείς της Σοφίας είχαν δίκιο.
Τα επόμενα βράδυα έβλεπα συνεχώς τον ίδιο εφιάλτη: Μια γριά, ψιλόλιγνη, μαυροντυμένη, καμπουριαστή που στηρίζεται σε μια μαγκούρα περπατώντας αργά (θύμιζε κάπως τη γιαγιά της Σοφίας), να με ψάχνει και να μην πιστεύει ότι κοιμάμαι. Κι ενώ κοιμόμουν με ξύπναγε για να με πάρει μακριά απ’ τους δικούς μου κι εγώ τότε έτρεχα πανικόβλητη να κρυφτώ στη ντουλάπα κρατώντας την αναπνοή μου για να μην καταλάβει που είμαι. Κι αυτό είναι το σημείο που πάντα πεταγόμουν μην μπορώντας ν’ αναπνεύσω…
Ευτυχώς που οι γονείς μου δεν είχαν τις γνώσεις της δασκάλας μας…
Και σιγά που θα το άφηνα έτσι. Αμέσως την επόμενη μέρα πήγα να ζητωκραυγάσω για του λόγου μου το αληθές. Η λογομαχία για το τίνος οι γονείς έχουν δίκιο κατέληξε, όπως ήταν φυσικό, στο να ζητήσουμε τη γνώμη της δασκάλας. Μπορεί να μην είναι πιστευτό σήμερα, αλλά η δασκάλα μας απάντησε πως οι γονείς της Σοφίας είχαν δίκιο.
Τα επόμενα βράδυα έβλεπα συνεχώς τον ίδιο εφιάλτη: Μια γριά, ψιλόλιγνη, μαυροντυμένη, καμπουριαστή που στηρίζεται σε μια μαγκούρα περπατώντας αργά (θύμιζε κάπως τη γιαγιά της Σοφίας), να με ψάχνει και να μην πιστεύει ότι κοιμάμαι. Κι ενώ κοιμόμουν με ξύπναγε για να με πάρει μακριά απ’ τους δικούς μου κι εγώ τότε έτρεχα πανικόβλητη να κρυφτώ στη ντουλάπα κρατώντας την αναπνοή μου για να μην καταλάβει που είμαι. Κι αυτό είναι το σημείο που πάντα πεταγόμουν μην μπορώντας ν’ αναπνεύσω…
Ευτυχώς που οι γονείς μου δεν είχαν τις γνώσεις της δασκάλας μας…
________________________
Friday, July 13, 2007
Wednesday, July 11, 2007
Monday, July 9, 2007
παύση
Saturday, July 7, 2007
Thursday, July 5, 2007
Tuesday, July 3, 2007
αλληλεπιδράσεις

Ηχηρές σιωπές της ερήμου εισβάλουν
ακολουθώντας τους δρόμους της σελήνης.
Φεγγαραχτίδες, προσβάλουν το σκοτάδι,
ταράζουν τις στιγμές της νύχτας.
Θυμωμένος ο ζεστός άνεμος
ως καταληψίας διεκδικεί το χώρο μου, το χώρο του…
Παραμερίζει τις κουρτίνες, εισβάλει παντού,
φυλακίζει τη νύχτα, σταματάει το χρόνο, με πνίγει…
Δεν είπα ψέματα για το χρόνο,
δεν ήξερα πως μπορούσε να πάρει τη μορφή που κάθε φορά επιθυμούσε.
Όχι, δεν μου είπε ψέματα ο χρόνος.
Κάθε φορά μου φύλαγε την απάντηση που του ζητούσα
κρυμμένη στην επόμενη στροφή του.
Έτσι έμαθα να τον περιμένω και να χαίρομαι που τον εμπιστεύτηκα.
Προσπαθώ να τον αγγίξω, να τον επεξεργαστώ.
Τον ξεσκονίζω κι η σκόνη όλων εκείνων που κουβαλούσε,
κάθεται στο στήθος μου.
Σε λίγο θα πάρει τη μορφή της και κάθε κόκκος σκόνης θα γίνει λέξη.
Τον γυρίζω ανάποδα και παρατηρώ τις ραφές του…
Ήταν πάντα εκεί, κι ας μην τις έβλεπα, συνδέοντας το χτες με το αύριο.
Κρυμμένες, σαν το παρόν μου,
που πάντα κατάφερνε να χάνεται στο παρελθόν,
να πελαγοδρομεί στο μέλλον…
Θυμωμένος ο ζεστός άνεμος
αγκαλιάζει τα πάντα, με πνίγει…
Δεν χωράει άλλη σκόνη στο στήθος μου…
xιοzίλ_03.07.07
Monday, July 2, 2007
έρχεται;;;

Δεν έχω κάτι νέο να πω. Ή όπως συνηθίζω συχνά πυκνά να λέω στο τηλέφωνο: “Είμαι καλά… Καμμιά συνταραχή! Απολαμβάνω την ηρεμία.”
Κι όμως αυτό για μένα είναι μια νέα κατάσταση! Είναι νέο.
Σημάδι του γήρατος; Πιθανόν. Το βλέπω να σκάει μύτη απ’ τη γωνία και να μου χαμογελάει ειρωνικά. Του ανταποδίδω το χαμόγελο και συνεχίζω…
Sunday, July 1, 2007
τα φεγγάρια γεμίζουν
Saturday, June 30, 2007
άτιτλο
Δεν γράφω τόσο συχνά όσο θα ήθελα. Δεν τσεκάρω καν το e-mail μου σε καθημερινή βάση.
Μοιράζομαι περισσότερο τον λόγο, το γέλιο, τα βλέμματα με ανθρώπους σε απευθείας σύνδεση. Φίλους ή εν δυνάμει φίλους. Τους χαμογελάω και απαντούν.
Σήμερα έχω καλή διάθεση… Χαμογελάω στην οθόνη κι εκείνη εξακολουθεί να με κοιτάει με το ίδιο ακριβώς στυλ…
Μοιράζομαι περισσότερο τον λόγο, το γέλιο, τα βλέμματα με ανθρώπους σε απευθείας σύνδεση. Φίλους ή εν δυνάμει φίλους. Τους χαμογελάω και απαντούν.
Σήμερα έχω καλή διάθεση… Χαμογελάω στην οθόνη κι εκείνη εξακολουθεί να με κοιτάει με το ίδιο ακριβώς στυλ…
Thursday, June 28, 2007
Wednesday, June 27, 2007
Πονάμε όταν γράφουμε...

Το κάδρο στον τοίχο δεν έχει βρει ακόμα τη θέση του
ούτε κι ο τοίχος τη μορφή του.
Παραμένει κενός περιμένοντας το λόγο μου.
Πώς να του εξηγήσω τη ματαιότητα αυτής της αναμονής;
Είμαι πολύ αδύνατη στη γλώσσα.
Αλλού εγώ, αλλού οι τελείες.
Στίξη παράταιρη, λαθεμένο θαυμαστικό
κι ερωτηματικό ανέραστο σε πτώσεις χωρίς πρόσωπο.
Ακέφαλοι καβαλάρηδες σ’ ένα αύριο δίχως μέλλοντα.
Παρόν χωρίς συναίσθηση του χρόνου
μ’ έναν ενεστώτα όμοιο με χτεσινό μέλλοντα
κι έναν αόριστο οριστικότερο από ποτέ.
Ορθογραφία χωρίς γραφή
σε χρόνους προβληματικούς απροβλημάτιστων προσώπων.
Το μέλλον μάλλον που ποτέ του δεν υπήρξε δίχως χτες
πάνω σ’ ένα χτες που υπάρχει δίχως αύριο.
Πονάμε όταν γράφουμε...
Τα ουσιαστικά ρήματα παραμένουν άκλιτα
κι η ώρα που θα κληθούν οι κλίσεις άγνωστη.
Συντακτικό ασύντακτο και γραμματική τυφλή.
Η σκέψη δίχως ενορχήστρωση
κι ο λόγος που δεν λέχθηκε, ο τελευταίος θάνατος.
xiozil_2004
Tuesday, June 26, 2007
Μια καθημερινή σκηνή
.. Βγαίνω από τον σταθμό του ηλεκτρικού και το σώμα μου κινείται αυτόματα έχοντας αποθηκεύσει στον σκληρό του δίσκο την καθημερινή μου πορεία ενώ ταυτόχρονα το μυαλό μου έχει μπλοκάρει στην προσπάθειά του να βάλει σε τάξη όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν στο διάστημα της σημερινής ημέρας.
Αύριο είναι η μεγάλη μέρα, η συνέντευξη για την καινούργια δουλειά, και χρειάζεται να είμαι καλά προετοιμασμένη. Χτες κάθισα μέχρι αργά για να ενημερώσω το βιογραφικό μου και να κάνω τις διορθώσεις που πρότεινε η Μαίρη. Έχει μεγαλύτερη εμπειρία κι οι επισημάνσεις της ήταν σωστές... Ψάχνω βιαστικά την τσάντα μου. Ευτυχώς δεν ξέχασα τη δισκέτα.
Εν τω μεταξύ, έχω ήδη διασχίσει τα δυο στενά που μεσολαβούν από την είσοδο του σταθμού μέχρι την είσοδο του φωτοτυπείου. Τρία άτομα περιμένουν πριν από μένα. Στέκομαι στο πλάι της πόρτας, παρατηρώντας την κίνηση μέσα απ’ τη τζαμαρία, για να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, κατευνάζοντας κάπως τον εκνευρισμό της αναμονής. Ο κύριος με το γκρι κουστούμι και την μπλε γραβάτα στο τέλος της ουράς των τριών μοιάζει να ζήλεψε και κατευθύνεται με σταθερά βήματα προς το μέρος μου. “Δεν θα το κάνω εγώ αυτό…”, τον ακούω να λέει με ύφος έντονο καθώς περνάει από μπροστά μου για να συνεχίσει διανύοντας μια απόσταση τριών περίπου μέτρων από το σημείο που στέκομαι και κάνοντας μεταβολή να επιστρέψει και πάλι, επαναλαμβάνοντας αυτό το νευρικό πήγαινε-έλα ενώ ο τόνος της φωνής του ανεβαίνει όλο και περισσότερο καθώς συνεχίζει τον χωρίς ειρμό μονόλογό του.
Υπάρχουν και χειρότερα, σκέφτομαι, κι αισθάνομαι ικανοποιημένη που τα καταφέρνω να μην παραμιλάω στο δρόμο. Οι πολλές ταυτόχρονες εργασίες είχαν μάλλον φορτώσει τον σκληρό του μυαλού μου το οποίο συνέχιζε να λειτουργεί αλλά με πιο αργές ταχύτητες. Θα έπρεπε να έχω παρατηρήσει νωρίτερα το καλώδιο που κρεμόταν από το αυτί του εν λόγω κυρίου και ήταν ικανό να μετατρέψει τη προηγούμενη εικόνα, να την γυαλίσει και να την φέρει στα μέτρα του πολυάσχολου επιχειρηματία που έμοιαζε πιο κοντινή στην πραγματικότητα.
Χρειάζομαι οπωσδήποτε ένα hands free. Αυτό το μαγικό καλώδιο, που θα ξεκινάει απ’ τ’ αυτί μου καταλήγοντας σε κάποια τσέπη, κάτι μέρες σαν την σημερινή μου είναι απαραίτητο. Δημιουργεί τις καλύτερες προϋποθέσεις για να μπορώ να μιλάω μόνη μου στο δρόμο. Δεν θα χρειάζεται πλέον να προσέχω μήπως ξεχαστώ και αρχίσω να λέω δυνατά τις σκέψεις μου όταν το μυαλό μου μπλοκάρει στην προσπάθεια του να οργανώσει όλες τις δραστηριότητες που πρέπει να χωρέσουν στο υπόλοιπο μιας μέρας που οι ώρες της δεν επαρκούν για να τις χωρέσουν. Και όχι μόνο. Τα βράδια που φεύγω εκνευρισμένη από τους καυγάδες στα ραντεβού με τον Μιχάλη δεν θα χρειάζεται να περιμένω για να φτάσω ως το σπίτι μου για ν’ αρχίσω να βρίζω. Με το μαγικό ακουστικό στο αυτί μου θα καταφέρνω να έχω ήδη εκτονωθεί μέχρι να φτάσω, ώστε να μπορώ άνετα ν’ απολαύσω την αγκαλιά του καναπέ μου.
Τις μέρες, πάλι, που υπάρχει ένταση στη δουλειά, θα βγαίνω καλωδιομένη στο μπαλκόνι κι όλη η ένταση θα ξεθυμαίνει πριν ξαναμπώ μέσα. Και μέσα σ’ όλο αυτό, το καλύτερο είναι πως κανείς δεν θα παρεξηγεί αυτό που κάνω. Το αντίθετο μάλιστα. Θα φαίνομαι πιο σπουδαία και περισσότερο πολυά-σχολη απ’ ότι στην πραγματικότητα είμαι! Φοβερή εφεύρεση τα hands free!!!
Αύριο είναι η μεγάλη μέρα, η συνέντευξη για την καινούργια δουλειά, και χρειάζεται να είμαι καλά προετοιμασμένη. Χτες κάθισα μέχρι αργά για να ενημερώσω το βιογραφικό μου και να κάνω τις διορθώσεις που πρότεινε η Μαίρη. Έχει μεγαλύτερη εμπειρία κι οι επισημάνσεις της ήταν σωστές... Ψάχνω βιαστικά την τσάντα μου. Ευτυχώς δεν ξέχασα τη δισκέτα.
Εν τω μεταξύ, έχω ήδη διασχίσει τα δυο στενά που μεσολαβούν από την είσοδο του σταθμού μέχρι την είσοδο του φωτοτυπείου. Τρία άτομα περιμένουν πριν από μένα. Στέκομαι στο πλάι της πόρτας, παρατηρώντας την κίνηση μέσα απ’ τη τζαμαρία, για να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία ν’ ανάψει ένα τσιγάρο, κατευνάζοντας κάπως τον εκνευρισμό της αναμονής. Ο κύριος με το γκρι κουστούμι και την μπλε γραβάτα στο τέλος της ουράς των τριών μοιάζει να ζήλεψε και κατευθύνεται με σταθερά βήματα προς το μέρος μου. “Δεν θα το κάνω εγώ αυτό…”, τον ακούω να λέει με ύφος έντονο καθώς περνάει από μπροστά μου για να συνεχίσει διανύοντας μια απόσταση τριών περίπου μέτρων από το σημείο που στέκομαι και κάνοντας μεταβολή να επιστρέψει και πάλι, επαναλαμβάνοντας αυτό το νευρικό πήγαινε-έλα ενώ ο τόνος της φωνής του ανεβαίνει όλο και περισσότερο καθώς συνεχίζει τον χωρίς ειρμό μονόλογό του.
Υπάρχουν και χειρότερα, σκέφτομαι, κι αισθάνομαι ικανοποιημένη που τα καταφέρνω να μην παραμιλάω στο δρόμο. Οι πολλές ταυτόχρονες εργασίες είχαν μάλλον φορτώσει τον σκληρό του μυαλού μου το οποίο συνέχιζε να λειτουργεί αλλά με πιο αργές ταχύτητες. Θα έπρεπε να έχω παρατηρήσει νωρίτερα το καλώδιο που κρεμόταν από το αυτί του εν λόγω κυρίου και ήταν ικανό να μετατρέψει τη προηγούμενη εικόνα, να την γυαλίσει και να την φέρει στα μέτρα του πολυάσχολου επιχειρηματία που έμοιαζε πιο κοντινή στην πραγματικότητα.
Χρειάζομαι οπωσδήποτε ένα hands free. Αυτό το μαγικό καλώδιο, που θα ξεκινάει απ’ τ’ αυτί μου καταλήγοντας σε κάποια τσέπη, κάτι μέρες σαν την σημερινή μου είναι απαραίτητο. Δημιουργεί τις καλύτερες προϋποθέσεις για να μπορώ να μιλάω μόνη μου στο δρόμο. Δεν θα χρειάζεται πλέον να προσέχω μήπως ξεχαστώ και αρχίσω να λέω δυνατά τις σκέψεις μου όταν το μυαλό μου μπλοκάρει στην προσπάθεια του να οργανώσει όλες τις δραστηριότητες που πρέπει να χωρέσουν στο υπόλοιπο μιας μέρας που οι ώρες της δεν επαρκούν για να τις χωρέσουν. Και όχι μόνο. Τα βράδια που φεύγω εκνευρισμένη από τους καυγάδες στα ραντεβού με τον Μιχάλη δεν θα χρειάζεται να περιμένω για να φτάσω ως το σπίτι μου για ν’ αρχίσω να βρίζω. Με το μαγικό ακουστικό στο αυτί μου θα καταφέρνω να έχω ήδη εκτονωθεί μέχρι να φτάσω, ώστε να μπορώ άνετα ν’ απολαύσω την αγκαλιά του καναπέ μου.

xiozil_25.06.07
Sunday, June 24, 2007
υποσχέσεις...

Πνιγμένη στα μαξιλάρια του καναπέ μου, δεν σηκώνομαι. Ακούω τα βήματα, τον ήχο της γλάστρας που ακουμπάει στο μάρμαρο του διαδρόμου… και πάλι βήματα. Αυτή η γλάστρα είναι μεγαλύτερη, αν κρίνω από τον ήχο. Ακόμα μια διαδρομή κι άλλη μια φορά τα βήματα που επιστρέφουν. Ο ήχος της πόρτας που κλείνει και μετά σιωπή…
Δεν ήθελα να έρθει μέσα. Αδυνατώ αυτή τη στιγμή ν’ ασχοληθώ με τα συνήθη μικροπράγματα, να σηκωθώ ν’ αδειάσω το τασάκι, να μαζέψω το κουτί της πίτσας απ’ το πάτωμα και την κούπα που ’χει ξεμείνει από τον πρωινό καφέ.
Το προηγούμενο βράδυ το διάβασμα με είχε συνεπάρει σε τέτοιο βαθμό που δεν κατάλαβα πότε οι δείκτες του ρολογιού έκαναν τόσους κύκλους που έδειχναν πλέον 5.00π.μ. Αυτό δικαιολογεί κάπως -αν και όχι απόλυτα- τη σημερινή μου νωθρότητα και την οργανωμένη διαμαρτυρία εγκεφαλικών και μυϊκών κυττάρων για τις υπερωρίες που αναγκάστηκαν να δουλέψουν.
xiozil
Saturday, June 23, 2007
εικόνες καθημερινής τρέλλας

Σηκώνομαι προσεκτικά. Τα μπουκάλια από τη χτεσινή μπυροποσία κοσμούν ακόμα το τραπέζι. Ανάβω το πρώτο τσιγάρο της ημέρας και χαζεύω από το παράθυρο της κουζίνας πλένοντας τα ποτήρια υπό τους ήχους της συναυλίας που οργανώνει η καφετιέρα σε συνεργασία με τη βροχή που πέφτει στο τζάμι.
Υπνωτισμένη, επιστρέφω στις πρώτες μου σκέψεις. Τρομάζω στην ιδέα ότι αυτή είναι η δική μου ζωή. Κι όμως είναι. Και την κινεί μόνο η νοσταλγία των ημερών που ανήκουν σε χρόνους παρελθόντες, των ημερών που ο έρωτας δήλωνε παρών κάθε πρωί. Κι ο ένοχος άλλη μια φορά ατιμώρητος… Τον έχω αναγνωρίσει. Κι όμως παραμένει ατιμώρητος.
Ο χρόνος… Ο μόνος υπαίτιος… Απόλυτος κι αδυσώπητος παρασύρει τα πάντα. Μετατρέπει τους έρωτες σε συνήθεια και τους νεανικούς οραματισμούς σε ανέφικτα όνειρα του γήρατος.
xιοzίλ_02.04.07
Wednesday, June 20, 2007
Saturday, June 16, 2007
πού;;;
.. Ο καφές στο πάρκο είναι απόλαυση, χαλάρωση, κοινωνι-κότητα, απομόνωση, φυγή από την αθηναϊκή σκονισμένη ζέστη, αγαπημένη καλοκαιρινή συνήθεια…
Η νύχτα της αιθυλικής αλκοόλης, αγορασμένη από την τελευταία έκθεση βιβλίου, έφτασε στο τέλος της. Κλείνω το βιβλίο μου ρουφώντας θορυβώδικα την τελευταία γουλιά του καφέ.
Το ζευγάρι στο βάθος δεξιά είναι ακόμα ερωτευμένο. Το διατυμπανίζουν μ’ όλο τους το είναι, το διαδηλώνουν τα βλέμματά τους, το διασαφηνίζουν οι κινήσεις τους χωρίς ν’ αφήνουν περιθώριο για την παραμικρή αμφιβολία. Έχουν πολλά ακόμα ν’ ανακαλύψουν ο ένας για τον άλλο. Μάτια και χέρια κινούνται βιαστικά, σχεδόν απεγνωσμένα, συστρατευμένα σ’ αυτόν το σκοπό.
Το απέναντί μου ζευγάρι σε πλήρη αντίθεση. Το θλιμμένο της βλέμμα προδίδει πως οι κοινές τους μέρες οδεύουν προς το τέλος τους. Το αδιάφορο χαμόγελό του βιάζεται να το επιβεβαιώσει. Προσπαθώ να τους φανταστώ στη θέση του ζευγαριού στο βάθος. Πηγαίνοντας το χρόνο πίσω, τους πετυχαίνω στο τραπεζάκι στο βάθος, να διαδηλώνουν τον έρωτά τους κάτω απ’ τα δέντρα. Με τη δική μου μηχανή του χρόνου αλλάζω ταχύτητες…
Σε κάποια αόριστη στιγμή του μέλλοντος, στο απέναντι τρα-πεζάκι, το πρώτο ζευγάρι αποχαι-ρετά με θλιμμένα βλέμματα τον μι-κρό θεό που φτε-ρουγίζει μακριά τους…
Πού πάει ο έρωτας που φεύγει;;;
Η νύχτα της αιθυλικής αλκοόλης, αγορασμένη από την τελευταία έκθεση βιβλίου, έφτασε στο τέλος της. Κλείνω το βιβλίο μου ρουφώντας θορυβώδικα την τελευταία γουλιά του καφέ.
Το ζευγάρι στο βάθος δεξιά είναι ακόμα ερωτευμένο. Το διατυμπανίζουν μ’ όλο τους το είναι, το διαδηλώνουν τα βλέμματά τους, το διασαφηνίζουν οι κινήσεις τους χωρίς ν’ αφήνουν περιθώριο για την παραμικρή αμφιβολία. Έχουν πολλά ακόμα ν’ ανακαλύψουν ο ένας για τον άλλο. Μάτια και χέρια κινούνται βιαστικά, σχεδόν απεγνωσμένα, συστρατευμένα σ’ αυτόν το σκοπό.
Το απέναντί μου ζευγάρι σε πλήρη αντίθεση. Το θλιμμένο της βλέμμα προδίδει πως οι κοινές τους μέρες οδεύουν προς το τέλος τους. Το αδιάφορο χαμόγελό του βιάζεται να το επιβεβαιώσει. Προσπαθώ να τους φανταστώ στη θέση του ζευγαριού στο βάθος. Πηγαίνοντας το χρόνο πίσω, τους πετυχαίνω στο τραπεζάκι στο βάθος, να διαδηλώνουν τον έρωτά τους κάτω απ’ τα δέντρα. Με τη δική μου μηχανή του χρόνου αλλάζω ταχύτητες…

Πού πάει ο έρωτας που φεύγει;;;
xiozil
Wednesday, June 13, 2007
Τανγκό μες στον καθρέφτη (Μ.Βαμβουνάκη)

Όχι, μόνο στο παρόν δεν περπατάμε. Σα να ’ναι άφα-ντο ή επίφοβο. Περπατάμε με το νου σφηνωμένο σε ιστορίες παλιές που πλάθουμε και αναπλάθουμε ανάλογα τη μέρα, ανάλογα την ανάγκη, κι ανάλογα τον ακροατή….
Περπατάμε με το νου σφηνωμένο στον αόρατο και μακρινό ορίζοντα αυτού που, κάποτε, θα μας συμβεί κι όπως νομίζουμε πως θα μας συμβεί. Σα φαντάσματα, σαν οράματα κυκλοφορούμε μέσα στην καθημερινότητά μας αδιαφορώντας να ζήσουμε πραγματικά.
Παλεύω κι εγώ με τις ροπές μου…
Μάρω Βαμβουνάκη, “Ταγκό μες στον καθρέφτη”
Sunday, June 3, 2007
Tuesday, May 22, 2007
Monday, May 7, 2007
Monday, April 2, 2007
Saturday, March 17, 2007
Thursday, March 15, 2007
Tuesday, March 13, 2007
Sunday, March 11, 2007
Sunday, March 4, 2007
η σκέψη

Klimt
************************************************************
Εγώ τα γέννησα όλα...
Πρώτα ήταν η Σκέψη.
Μια σκέψη που λούφαζε βαθιά και τρεφόταν από φως
Πρώτα ήταν η Σκέψη.
Μια σκέψη που λούφαζε βαθιά και τρεφόταν από φως
κι από σκιά κυρίως, αλλά δεν αρνιόταν όνειρα, μορφές, λέξεις, αγωνίες, χρώματα…
Και έλαβε το λόγο…
Πρώτα σας βεβαιώ ήταν η σκέψη, η οποία στο γιγάντωμά της δε χωρούσε πια στο νου κι έτσι εγκαταστάθηκε στο στήθος.
Εκεί τρεφόταν με χτύπους και αίμα.
Το στήθος όταν ογκώθηκε πολύ διεπίστωσε ότι υπήρχε κίνδυνος να διαρραγεί, διό και σήμανε την ώρα της γέννας.
Τώρα η Σκέψη δε μίλησε. Έδρασε.
Από τη δική της μήτρα σε διαστολή δημιουργούσε χωρίς ειρμό, χωρίς τάξη. Ήθελε μόνο, πιεζόμενη από τη διογκούμενη ανάγκη, να εκφέρει τα παιδιά της ανοίγοντας τα σπλάχνα της και μετά να τα βάλει σε τάξη...
Και πρώτα είπαμε η Σκέψη. Αυτή τώρα δε σταματάει και δε χορταίνει. Τα όριά της του χτες και του αύριο, του εδώ και του πέραν είναι ανύπαρκτα. Ορίζονται μόνο από μιαν άλλη που θα έρθει σκέψη…”
Και έλαβε το λόγο…
Πρώτα σας βεβαιώ ήταν η σκέψη, η οποία στο γιγάντωμά της δε χωρούσε πια στο νου κι έτσι εγκαταστάθηκε στο στήθος.
Εκεί τρεφόταν με χτύπους και αίμα.
Το στήθος όταν ογκώθηκε πολύ διεπίστωσε ότι υπήρχε κίνδυνος να διαρραγεί, διό και σήμανε την ώρα της γέννας.
Τώρα η Σκέψη δε μίλησε. Έδρασε.
Από τη δική της μήτρα σε διαστολή δημιουργούσε χωρίς ειρμό, χωρίς τάξη. Ήθελε μόνο, πιεζόμενη από τη διογκούμενη ανάγκη, να εκφέρει τα παιδιά της ανοίγοντας τα σπλάχνα της και μετά να τα βάλει σε τάξη...
Και πρώτα είπαμε η Σκέψη. Αυτή τώρα δε σταματάει και δε χορταίνει. Τα όριά της του χτες και του αύριο, του εδώ και του πέραν είναι ανύπαρκτα. Ορίζονται μόνο από μιαν άλλη που θα έρθει σκέψη…”
Ακριβή Παπαλεξανδράτου-Λυμπεροπούλου
‘ασώματος η κεφαλή’
Wednesday, February 21, 2007
Tuesday, February 20, 2007
Subscribe to:
Posts (Atom)